Κατηγορίες
Διάφορα

Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τη σύμβαση με τη CISCO. Τι γίνεται με τα προσωπικά δεδομένα και την τηλεκπαίδευση

Το Υπουργείο Παιδείας, ανήρτησε στην ιστοσελίδα του ένα έγγραφο 172 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει κάποιες από τις συμβάσεις της εταιρείας Cisco με το Υπουργείο Παιδείας για την παροχή της τηλεκπαίδευσης μέσω της πλατφόρμας Webex, καθώς και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, αλλά και την πράξη 109/21 του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Όπως αναφέρουν τα dikaiologitika, τo έγγραφο περιλαμβάνει κάποιες από τις συμβάσεις, ενώ έχει αναφορές στο θέμα προστασίας προσωπικών δεδομένων και περιλαμβάνει και την αιτιολόγηση αλλαγής παρόχου τηλεκπαίδευσης η οποία είχε γίνει πέρυσι.

Το υπουργείο Παιδείας, δημοσίευσε… κρυφά το Σάββατο έγγραφο 172 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει κάποιες από τις συμβάσεις της εταιρείας Cisco με το υπουργείο παιδείας.

Η ανάρτηση φέρεται να έγινε το Σάββατο 20 Μαρτίου, δεν ανακοινώθηκε σε κανέναν, και τιτλοφορείται «Πράξη Ελεγκτικού Συνεδρίου – Απόφαση ΚτΠ – Επιστολή Συμφωνίας ΥΠΑΙΘ-CISCO».

Η εν λόγω σύμβαση είχε ζητηθεί πολλές φορές από την αντιπολίτευση καθώς υπήρχαν υποψίες ότι παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα.

Με τη δημοσιοποίηση των συμβάσεων με την Cisco για την τηλεκπαίδευση, η Νίκη Κεραμέως έκανε «γνωστό» ότι έδωσε στην εταιρία δεδομένα 1,5 εκατομμυρίων πολιτών, ενώ την πριμοδότησε με 2 εκατομμύρια ευρώ.

Τους τελευταίους 10 μήνες το Υπουργείο Παιδείας και η Υπουργός Νίκη Κεραμέως, δεν παρουσίαζαν επίσημα τη σύμβαση δωρεάς που δεσμεύει το ελληνικό δημόσιο με τη Cisco για τη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης στην οποία παίρνουν μέρος σχεδόν 1,5 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα (μαθητές και εκπαιδευτικό προσωπικό).

Τη Δευτέρα οι Συμβάσεις Cisco – Κεραμέως εμφανίζονται στο σάιτ του Υπουργείου Παιδείας, όπως είχε γίνει και με την Εκτίμηση Αντικτύπου, σε μία ημέρα όπου η κυρία Κεραμέως έπρεπε να απαντήσει στην επίκαιρη ερώτηση του Νίκου Φίλη, «αποκαλύπτοντας» ότι δίνονται στη Cisco 2εκ€ για την αγορά αδειών Cisco Webex for Education.

Μάλιστα, τα χρήματα άρχισαν να μπαίνουν ήδη στα ταμεία της Cisco, μέσω της Κοινωνίας της Πληροφορίας (ΚτΠ), φορέα του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής.

Στις 28/12/2020 ο Διευθυντής του Υπουργού, Κυριάκου Πιερρακάκη έστειλε επιστολή στην ΚτΠ με την οποία ζητούσε να αγοραστούν 154.000 άδειες Cisco Webex for Education 12άμηνης χρήσης, για τις ανάγκες του Υπουργείου Παιδείας. «Οι έκτακτες συνθήκες λόγω πανδημίας που απαιτούν τηλεκπαίδευση, η οποία όμως είχε αρχίσει προ 9 μηνών», αποτέλεσε την αιτιολογία της αγοράς.

Την ίδια ημέρα, οι Εργολάβοι των σχετικών συμβάσεων του ΣΥΖΕΥΞΙΣ 2, έστελναν επιστολή στην ΚτΠ με την οποία πρότειναν την αντικατάσταση αδειών λογισμικού άλλης εταιρείας (HUAWEI) με αυτές της Cisco.

Παράλληλα, έγινε ό,τι χρειάζεται ώστε να αποδειχθεί ότι το κόστος είναι το ίδιο και δεν υπάρχει θέμα νομιμότητας, οπότε το Ελεγκτικό Συνέδριο δίνει την έγκρισή του στην ΚτΠ να ψωνίσει λογισμικό άνω των 2 εκατομμυρίων € από τη Cisco, ένα «δωρεάν» κατά τ’ άλλα λογισμικό που η Cisco παρέχει στο Υπουργείο Παιδείας.

Αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι η πρώτη σύμβαση δεν θυμίζει επίσημη σύμβαση στην οποία έχει εμπλακεί το ελληνικό δημόσιο, καθώς δεν υπάρχει αριθμός πρωτοκόλλου, δεν υπάρχει η ένδειξη ότι η σύμβαση αφορά την ελληνική δημοκρατία, δεν υπάρχει ψηφιακή υπογραφή, δεν εχει διαβιβαστεί σε καμία άλλη υπηρεσία.

Επί της ουσίας, υπάρχουν δύο τρόποι (μέσω ανάρτησης στη Διαύγεια ή μέσω ΦΕΚ) ώστε να δημοσιευτεί η σύμβαση της Cisco με το Υπουργείο Παιδείας, κάτι που δε συνέβη.

Όπως φαίνεται σε κάποια σημεία της σύμβασης, φαίνεται ότι υπάρχει «παραχώρηση» στοιχείων τα οποία θεωρούνται προσωπικά δεδομένα. Εάν τα έχει κανείς υπό την κατοχή του μπορεί να εκμεταλλευτεί για αμιγώς εμπορικούς σκοπούς ο ίδιος και δεύτερον μπορεί να μεταπωλήσει σε τρίτους. Στην εν λόγω διαδικασία έχουμε να κάνουμε με προσωπικά δεδομένα σχεδόν 1,5 εκατομμυρίων φυσικών προσώπων.

Τα προσωπικά δεδομένα που αφορούν κοινά στοιχεία αναγνώρισης στον φυσικό κόσμο (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, κλπ) δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία στον ψηφιακό κόσμο για την online προσωποποιημένη διαφήμιση. Μεγαλύτερη σημασία έχουν δεδομένα που προσδιορίζουν συμπεριφορές και προτιμήσεις, όπως το αν σταματήσαμε έξω από μια βιτρίνα ενώ είχαμε συνδεθεί σε ανοιχτό wi – fi, ή για πόσο χρόνο μείναμε σε κάποιο τμήμα του καταστήματος.

H ψηφιακή διεύθυνση κατοικίας και η ψηφιακή ταυτότητα της συσκευής αποτελούν το “φιλέτο” των προσωπικών δεδομένων, γιατί ο κάτοχος τέτοιου τύπου στοιχείων μπορεί να έχει μόνιμη πρόσβαση στις ενέργειες που αναπτύσσουν τα φυσικά πρόσωπα στο διαδίκτυο. Υπό προϋποθέσεις δύναται να διενεργεί συμπεριφορική ανάλυση, δηλαδή μπορεί να παρακολουθήσει, να αναλύσει, να καταλάβει τα ενδιαφέροντά μας και πτυχές της προσωπικότητάς μας.

Η Cisco μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτού του είδους τα δεδομένα για να «στοχεύσει» με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια στις διαφημιστικές της καμπάνιες και να μεταπωλήσει τα δεδομένα σε διαφημιστικές εταιρίες οι οποίες μ’ ένα κλικ θα έχουν στη διάθεσή τους τη συμπεριφορά στο διαδίκτυο σχεδόν 1,5 εκατομμυρίων υποκειμένων. Έτσι, το οικονομικό κέρδος για τη Cisco μπορεί να είναι τεράστιο.

Η σύμβαση προβλέπει ότι τέτοιου είδους δεδομένα η Cisco τα κάνει ότι θέλει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, καθώς μπορεί να τα εκμεταλλευτεί η ίδια ή να τα μεταπωλήσει όσες φορές επιθυμεί σε πάσης φύσεως εταιρίας που ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους δεδομένα.

Τα μοναδικά δεδομένα που βάσει της σύμβασης υποχρεούται η Cisco να διαγράψει είναι αυτά που παίρνει κατευθείαν από το υπουργείο και όχι από τα υποκείμενα.

Η σύμβαση ίσχυσε για το διάστημα από 13/3/2020 ως και το τέλος της σχολικής χρονιάς 2019-2020 χωρίς να υπάρξουν τροποποιήσεις, σύμφωνα με τα όσα έχει δηλώσει το ίδιο το Υπουργείο. ‘Ετσι, η Cisco έχει στην κατοχή της «νόμιμα» τα στοιχεία που χρειάζεται για να παρακολουθεί τις δραστηριότητες σχεδόν όλων των κατοίκων στην Ελλάδα και την «ελευθερία» να τα εκμεταλλεύεται όπως θέλει.

Τόσο η αξιοποίηση των δεδομένων σχεδόν όλων των Ελλήνων πολιτών μέσω της δυνατότητας παρακολούθησης των συσκευών τους και η εμπορική αξιοποίηση των στοιχείων αυτών που φέρνει άμεση αξία στη Cisco, όσο και η πληρωμή άνω των 2 εκ. € στη Cisco για τις «δωρεάν» υπηρεσίες της προκαλούν τεράστια ερωτηματικά για τις ευθύνες της υπουργού Παιδείας.